ἀδίαντον

ἀδίαντον
Grammatical information: n.,
Meaning: name of a plant, `Adiantum' (Thphr.).
Other forms: ἀδίαντος m.
Origin: IE [Indo-European]X [probably] GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Explained as `what cannot be wetted' (διαίνω); see Strömberg Pflanzennamen 74f.
Page in Frisk: 1,21

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀδίαντον — unwetted neut nom/voc/acc sg ἀδίαντος unwetted masc/fem acc sg ἀδίαντος unwetted neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιάντοισι — ἀδίαντον unwetted neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀδίαντος unwetted masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιάντου — ἀδίαντον unwetted neut gen sg ἀδίαντος unwetted masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιάντων — ἀδίαντον unwetted neut gen pl ἀδίαντος unwetted masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιάντῳ — ἀδίαντον unwetted neut dat sg ἀδίαντος unwetted masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδίαντα — ἀδίαντον unwetted neut nom/voc/acc pl ἀδίαντος unwetted neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδίαντος — ἀδίαντος, ον (Α) [διαίνω] 1. αυτός που δεν υγράνθηκε, που δεν βράχηκε ή δεν ίδρωσε 2. (το αρσ. ή το ουδ. ως ουσ.) ο ἀδίαντος και το ἀδίαντον το είδος Adiantum capillus veneris τού γένους Αδίαντο* …   Dictionary of Greek

  • καλλίτριχος — η, ο (Α καλλίτριχος, ον) αυτός που έχει ωραία μαλλιά, ωραίο τρίχωμα αρχ. 1. αυτός που συντελεί στην αύξηση τών τριχών 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ καλλίτριχον το φυτό αδίαντον. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι) * + τριχος (< θρίξ, τριχ ός), πρβλ. μαλακό τριχος,… …   Dictionary of Greek

  • καλλίφυλλος — καλλίφυλλος, ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία φύλλα 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ καλλίφυλλον το φυτό αδίαντον …   Dictionary of Greek

  • ՁԱՐԽՈՏ — (ոյ կամ ի.) NBH 2 0148 Chronological Sequence: Unknown date գ. Խոտ վարսաւոր՝ մանրատերեւ, մշտականաչ, ʼի խոնաւ վայրս, այլ իբր անթաց: Բժշկարան. ուր կոչի եւ Դիւաձար, Պառվու ձար. Գետնիձար, Խոզիմազ, Ջրհորի գինձ. ... յն. ἁδίαντον . այսինքն անթաց.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.